ἄκαινα

ἄκαινα
Grammatical information: f.
Meaning: `spike, prick, goad' (A. R.). Also `ten-food rod', in Thessaly (Bechtel Gr. Dial. 1, 116, 204). Cf. ἄκαινα δέ ἐστι μέτρον δεκάπουν Θεσσάλων εὔρεμα (Sch. A.R. 3, 1323; Call. fr. 24, 6). In Egypt a `measure of 100 square ft.' (Hero, pap.).
Origin: IE [Indo-European]X [probably] GR [a formation built with Greek elements]
Etymology: With -ια from the n-stem ἄκων (s. v.); or directly from ἀκ- with the suffix -αινα. Hardly old. - Fur. 172 warns that the suffix -αινα is a substr. element. - The measure is in origin the same word; DELG compares κάλαμος, Lat. pertica, Fr. perche.
Page in Frisk: 1,49

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • άκαινα — ἄκαινα, η (AM) 1. μυτερό όργανο, βουκέντρα 2. μονάδα μήκους ίση με 10 πόδια μσν. μονάδα για τη μέτρηση εμβαδού ίση με 100 τετραγωνικά πόδια. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ανήκει στην τεχνική ορολογία αρχικά αποτελούσε ειδικό τεχνικό όρο για τη «βουκέντρα» και… …   Dictionary of Greek

  • ἄκαινα — spike fem nom/voc sg ἄκαινον spike neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκαίνας — ἀκαίνᾱς , ἄκαινα spike fem acc pl ἀκαίνᾱς , ἄκαινα spike fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Акена — (άκαινα) линейная мера в древней Греции, в 10 греческих футов = 3,09 метра = 4 арш. 5 1/2 верш …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • ακ- — [ἄκαινα, ἀκαλήφη, ἄκανθα, ἄκανος, ἄκαστος, ἀκαχμένος, ἀκή, ἀκίς, ἀκμή, ἄκμων, ἀκόνη, ἄκορνα, ἀκοστή, ἀκούω, ἀκράχολος, ἀκρεμών, ἀκριβής, ἄκρις, ἄκρος, ἀκροῶμαι, ἀκτή, ἀκωκή, ἄκω, ἄχνη, ἄχυρον, ὄκρυς, ὀξύς] Γλωσσ. ρίζα εκατοντάδων λέξεων τής… …   Dictionary of Greek

  • ἀκαινῶν — ἄκαινα spike fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀκαίνῃ — ἄκαινα spike fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄκαιναι — ἄκαινα spike fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄκαιναν — ἄκαινα spike fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Unidades de medida de la antigua Grecia — Este artículo o sección necesita ser wikificado con un formato acorde a las convenciones de estilo. Por favor, edítalo para que las cumpla. Mientras tanto, no elimines este aviso puesto el 22 de septiembre de 2011. También puedes ayudar… …   Wikipedia Español

  • осот — чертополох , укр., блр. осот Cirsium , др. русск., цслав., осътъ τρίβολος, болг. осът чертополох (Младенов 391). сербохорв. местн. н. О̀сат, словен. osǝt, чеш. оsеt, род. п. ostu, польск. оsеt, род. п. ostu. От и. е. *аk острый , лит. ãšutas,… …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.